Ας ξεκινήσουμε από την ουσία, που κρύβεται μέσα στην ίδια την ανακοίνωση των «Ενωμένων Δικαστικών Υπαλλήλων»: Μετά από χρόνια απλήρωτης εργασίας τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες, το ζήτημα των εξαιρέσιμων μπήκε στο τραπέζι και διεκδικείται τώρα, που πρώτη δύναμη στον κλάδο αναδείχθηκε η Αγωνιστική Συσπείρωση. Γιατί ας μη γελιόμαστε: το πρόβλημα δεν γεννήθηκε φέτος. Χρόνια ολόκληρα οι δικαστικοί υπάλληλοι δουλεύουν Σαββατοκύριακα και αργίες χωρίς να πληρώνονται και χρόνια ολόκληρα το ζήτημα κοιμόταν στα συρτάρια. Ποιος το ανέδειξε, ποιος το έκανε αίτημα του κλάδου με σάρκα και οστά, το ξέρουν όλοι οι συνάδελφοι. Αυτό δεν μπορούν να το αμφισβητήσουν, γι’ αυτό και δεν το αγγίζουν.
Αντί λοιπόν να ασχοληθούν με τα προβλήματα των συναδέλφων, έγραψαν ένα ακόμη κατεβατό με ένα και μοναδικό θέμα: την Αγωνιστική Συσπείρωση. Ούτε μία πρόταση για το αν πρέπει να πληρώνεται η εργασία μας. Ούτε μία λέξη διεκδίκησης προς το Υπουργείο. Μόνο μια εμμονή μαζί μας και μια πρωτότυπη κατηγορία: ότι βγάζουμε ανακοινώσεις. Δηλαδή, ότι μιλάμε και παίρνουμε θέση για ό,τι απασχολεί τον κλάδο. Κάθε παράταξη εκδίδει τις ανακοινώσεις της• έτσι λειτουργούσε πάντα το συνδικαλιστικό κίνημα, εκτός αν κάτι άλλαξε και δεν το μάθαμε. Να ρωτήσουμε όμως κι εμείς κάτι απλό: Εκείνοι, πριν βγάλουν τις δικές τους, ρωτάνε την κυβέρνηση; Γιατί έτσι όπως συμπίπτουν κάθε φορά οι «ενστάσεις» τους με τις ενοχλήσεις του Υπουργείου, το ερώτημα δεν είναι ρητορικό.
Ο ρόλος που παίζουν είναι βρώμικος αλλά ευδιάκριτος: Κάνουν πλάτες στην κυβέρνηση και στη βολική αντιπολίτευση που τη στηρίζει, μεταφέροντας τη συζήτηση από την απλήρωτη εργασία στο ποιος «τολμάει» να τη διεκδικεί. Μεγαλύτερο αβανταδόρο η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να βρει, ούτε να κρυφτούν δεν μπορούν.
Η ανακοίνωση των «Ενωμένων» ξεκινά μια ακόμη προσπάθεια να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα όσον αφορά την καθυστέρηση στην εκλογή Προέδρου και Προεδρείου του ΔΣ της ΟΔΥΕ και να κρύψουν – δίχως επιτυχία – τις σοβαρές ευθύνες τους. Αυτό που δεν κρύβουν είναι η προσπάθεια τους να υποβαθμίσουν την ψήφο των συναδέλφων στο πρόσφατο Συνέδριο…
Στη συνέχεια, μιλούν για «χειραγώγηση» και «κηδεμόνευση». Βαριές λέξεις, μόνο που τις απευθύνουν σε λάθος παραλήπτη. Δεν χειραγωγεί όποιος διεκδικεί, ενημερώνει και λογοδοτεί δημόσια για κάθε του βήμα και επιμένει στη συλλογική λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. Χειραγωγούν και κηδεμονεύουν όσοι διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του πεφωτισμένου σωτήρα του κλάδου: Εκείνοι που θεωρούν πως ξέρουν καλύτερα από τους συναδέλφους πότε «είναι η ώρα» και πότε όχι, ποιο αίτημα είναι «ώριμο» και ποιο «αδέξιο», τι επιτρέπεται να ειπωθεί δημόσια και τι πρέπει να μείνει μέσα σε τέσσερις τοίχους. Οι συνάδελφοι όμως δεν χρειάζονται κηδεμόνες χρειάζονται σωματεία που παλεύουν μαζί τους.
Ας πάμε, όμως στα εξαιρέσιμα και στο “χρονικό” του θέματος με τα δικά τους λόγια. Διαβάστε προσεκτικά την ανακοίνωσή τους, γιατί ομολογεί περισσότερα απ’ όσα θέλει. Ομολογεί ότι το αίτημα τέθηκε «μετ’ επιτάσεως» στο Υπουργείο. Ομολογεί ότι το υπ’ αριθμ. πρωτ. 36/29-5-2026 έγγραφο για την καταγραφή των εξαιρέσιμων στάλθηκε με ομόφωνη απόφαση. Ομολογεί ότι το υπ’ αριθμ. πρωτ. 49/23-6-2026 έγγραφο προς τους Συλλόγους διαμορφώθηκε και με τις δικές τους παρεμβάσεις και διορθώσεις. Όταν, όμως, ήρθε η πρώτη δυσαρέσκεια του Υπουργείου, το ίδιο έγγραφο βαφτίστηκε αναδρομικά «πανικός» και «διασυρμός» και ακολούθησε η «διορθωτική» ανακοίνωση της υπαναχώρησης, αυτή που η Αγωνιστική Συσπείρωση αρνήθηκε να συνυπογράψει και είναι υπερήφανη για αυτό.
Και μια που δανείστηκαν από τον Πιραντέλλο για τον τίτλο τους, να τους θυμίσουμε τι λέει πραγματικά το έργο: μιλά για μια κοινωνία που, χωρίς στοιχεία στα χέρια της, επιμένει στη δική της «αλήθεια». Εκεί τουλάχιστον υπήρχε ελαφρυντικό, καθώς ο σεισμός είχε καταστρέψει τα αρχεία. Εδώ τα αρχεία υπάρχουν και με αριθμούς πρωτοκόλλου μάλιστα…
Τι ήταν, στ’ αλήθεια, αυτός ο «απίστευτος πανικός στις δικαστικές υπηρεσίες» για τον οποίο γράφουν; Η δράση των Συλλόγων, η οποία οδήγησε στην αποστολή υπηρεσιακών αιτημάτων προς το Υπουργείο για την πληρωμή της δουλειάς των συναδέλφων. Αυτό ονομάζουν πανικό. Εμείς το ονομάζουμε αλλιώς: την πρώτη φορά που το πραγματικό μέγεθος της απλήρωτης εργασίας άρχισε να αποτυπώνεται επίσημα, με αριθμούς. Ο μόνος «πανικός» που καταγράφηκε ήταν μάλλον σε όσους θα έπρεπε και όφειλαν να απαντήσουν!
Σ’ αυτήν την πλευρά αφιερώνουν παραγράφους ολόκληρες: Στο πώς ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου «διέψευσε» και «άδειασε» τον Πρόεδρο του ΔΣ και το αφηγούνται με μια ικανοποίηση που δύσκολα κρύβεται, βάζοντας και την απαραίτητη “σάλτσα” και παραλείποντας όσα δεν ταιριάζουν στη “συνταγή”. Επικαλούνται μάλιστα το «κύρος του οργάνου» που δήθεν επλήγη. Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: το κύρος ενός συνδικαλιστικού οργάνου δεν το μειώνει η δυσαρέσκεια ενός Γενικού Διευθυντή, τα συνδικάτα δεν αντλούν κύρος από την έγκριση των Υπουργείων. Το κύρος το μειώνει η υπαναχώρηση: το να αποσύρεις εσύ ο ίδιος το αίτημα που χθες συνυπέγραφες, επειδή δυσανασχέτησε η Διοίκηση. Αυτό είναι το πραγματικό πλήγμα και το υπέγραψαν οι ίδιοι, κατά πλειοψηφία. Όταν ένας Γενικός Διευθυντής διαψεύδει, το όργανο που σέβεται τον εαυτό του διορθώνει το Υπουργείο• εκείνοι διόρθωσαν το αίτημα. «Να σώσουμε ό,τι σώζεται», γράφουν. Να σωθεί τι, από ποιον; Το μόνο που «σώθηκε» ήταν το Υπουργείο από την υποχρέωση να απαντήσει για την απλήρωτη εργασία!
Τελικά, η “καρδιά” του ζητήματος δεν είναι φυσικά αν η “Αγωνιστική Συσπείρωση” βγάζει ανακοινώσεις, ούτε πότε τις βγάζει, ούτε αν έχει την τάδε ή τη δείνα θέση. Το ζήτημα είναι αν η συνδικαλιστική οργάνωση επιλέγει τον δρόμο του αγωνιστή ή τον δρόμο του συνομιλητή και του “καλού παιδιού”. Γιατί εκεί καταλήγουν: Το σωματείο κερδίζει όταν είναι το «καλό παιδί», όταν τα δικαιώματα δεν διεκδικούνται αλλά εγκρίνονται, όταν περιμένεις υπομονετικά έξω από το σωστό γραφείο. Σε αυτή τη λογική, βαφτίζεται «ωριμότητα» η αναμονή, «σοβαρότητα» η σιωπή και «τυχοδιωκτισμός» η διεκδίκηση και «ρεαλισμός» η ταύτιση με την κυβέρνηση και τη βολική αντιπολίτευση που τη στηρίζει…
Όλο αυτό θυμίζει το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Εκεί, αυτός που όλο «θα έρθει αύριο» δεν έρχεται ποτέ• και το έργο κλείνει με το «Πάμε;» «Πάμε.», ενώ κανείς δεν κουνιέται από τη θέση του. Αυτή είναι η συνταγή τους σε μία σκηνή: λόγια για κίνηση, ακινησία στην πράξη. Η αναμονή δεν είναι σχέδιο. Και η ιστορία του εργατικού κινήματος δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: τίποτα δεν χαρίστηκε ποτέ σε όσους περίμεναν• ό,τι κατακτήθηκε, κατακτήθηκε με οργάνωση, με αγωνιστική ενότητα, με διεκδίκηση.
Η θέση μας παραμένει μία και δεν αλλάζει: κάθε ώρα εργασίας πρέπει να αμείβεται. Η διεκδίκηση της πληρωμής των εξαιρέσιμων συνεχίζεται και θα δικαιωθεί με τη δράση των συναδέλφων και των Πρωτοβάθμιων Συλλόγων, όχι με την άδεια κανενός Υπουργείου και σίγουρα όχι με τις ευλογίες όσων έμαθαν να ρωτούν πρώτα: «Επιτρέπεται;».


